αἱρετιστής

αἱρετιστής
one who chooses
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιρετιστής — αἱρετιστής, ο (Α) [αἱρετίζω] 1. αυτός που διαλέγει, που εκλέγει 2. ιδρυτής φιλοσοφικής σχολής 3. ένθερμος οπαδός, θιασώτης αιρέσεως ή σχολής …   Dictionary of Greek

  • αἱρετισταῖς — αἱρετιστής one who chooses masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετισταί — αἱρετιστής one who chooses masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετιστήν — αἱρετιστής one who chooses masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετιστῶν — αἱρετιστής one who chooses masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετιστάς — αἱρετιστά̱ς , αἱρετιστής one who chooses masc acc pl αἱρετιστά̱ς , αἱρετιστής one who chooses masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιρετίζω — αἱρετίζω (AM) εκλέγω, διαλέγω, προτιμώ και (επεκτ.) αγαπώ 2. παραδέχομαι (Μ) [αἵρεσις] είμαι αιρετικός, ανήκω σε αίρεση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱρετός. ΠΑΡ. αἱρετιστής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.